Θήβα

Θήβα
Πόλη (υψόμ. 180 μ., 21.211 κάτ.) του νομού Βοιωτίας, έδρα του δήμου Θηβαίων και, παλαιότερα (έως το 1997), της ομώνυμης επαρχίας. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού, σε ίση απόσταση από τον Ευβοϊκό και τον Κορινθιακό κόλπο, στο κέντρο μιας εύφορης πεδιάδας. Η Θ. είναι σημαντικό κέντρο αγροτικής παραγωγής, με κύριες καλλιέργειες το βαμβάκι και τα λαχανικά. Στο σχετικά υψηλό αγροτικό εισόδημα της περιοχής και στις βιομηχανίες επεξεργασίας γεωργικών προϊόντων αποδίδεται και ο τριπλασιασμός του πληθυσμού της Θ. από το 1928 (στην ίδια περίοδο ο πληθυσμός της Λιβαδειάς, πρωτεύουσας του νομού, παρουσίασε πολύ μικρότερη αύξηση). Η μικρή σχετικά απόσταση από την Αθήνα και από το λιμάνι της Χαλκίδας και η σύνδεσή της με την πρωτεύουσα, μέσω της εθνικής οδού Αθήνας-Λαμίας-Θεσσαλονίκης και της σιδηροδρομικής γραμμής συνέβαλαν στη διαμόρφωση ευνοϊκότερων συνθηκών για την εγκατάσταση σειράς νέων βιομηχανικών μονάδων κοντά στη Θ., στην οποία βασίζονται για το εργατικό δυναμικό που απασχολούν. Η σύγχρονη πόλη είναι χτισμένη στην ίδια θέση που βρισκόταν η αρχαία πόλη Θήβαι, σημαντικό κέντρο της αρχαιότητας. Μυθολογία. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, ιδρυτής των Θηβών θεωρείται ο Κάδμος, γιος του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα, που έφυγε από τη Φοινίκη αναζητώντας την αδελφή του, Ευρώπη, την οποία είχε απαγάγει ο Δίας. Στην περιπλάνησή του στην Ελλάδα έλαβε χρησμό από το μαντείο των Δελφών να ακολουθήσει την πρώτη δαμαλίδα που θα συναντούσε και να χτίσει την πόλη του εκεί όπου το ζώο θα γονάτιζε. Έτσι, πάνω στους λόφους της εύφορης βοιωτικής πεδιάδας χτίστηκε η επτάπυλη Θ. Χρειάστηκε, όμως, να αγωνιστεί πρώτα με τον Δράκοντα που φύλαγε την κρήνη του Άρη και έπειτα με τους Σπαρτούς δαίμονες, που ξεπετάχτηκαν από τα δόντια του Δράκοντα, τα οποία, σύμφωνα με τον χρησμό, o Κάδμος φύτεψε στη βοιωτική γη. Γυναίκα του Κάδμου ήταν η Αρμονία. Στον γάμο τους έψαλαν οι Μούσες, που είχαν κατεβεί από τον Ελικώνα. Το πρώτο παλάτι που έχτισαν πάνω στην Καδμεία κάηκε από κεραυνό, όταν η αδελφή του Κάδμου, Σεμέλη, που είχε μείνει έγκυος στον Διόνυσο από τον Δία, ζήτησε, ακολουθώντας τη συμβουλή της ζηλόφθονης Ήρας, να της φανερωθεί αυτός σε όλη του τη δόξα. Άλλος μυθολογικός κύκλος αναφέρει τους αδελφούς Ζήθο και Αμφίονα, οι οποίοι, σύμφωνα με την ομηρική παράδοση, ήταν κατασκευαστές του τείχους της Καδμείας. Οι λίθοι κινούνταν μόνοι τους υπό τους ήχους της λύρας του Αμφίωνα. Γυναίκα του Ζήθου ήταν η Θήβη, κόρη του Ασωπού, επώνυμη ηρωίδα της πόλης, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή του μύθου. Γυναίκα του Αμφίωνα ήταν η Νιόβη, που είχε 7 γιους και 7 κόρες και καυχήθηκε γι’ αυτό στη Λητώ, προκαλώντας την οργή της και τον θάνατο των Νιοβιδών από τα βέλη του Απόλλωνα και της Άρτεμης. Από τον Κάδμο καταγόταν και το γένος των Λαβδακιδών, στο οποίο ανήκε ο Οιδίποδας. H τραγική μοίρα των Λαβδακιδών υπήρξε ένα από τα κύρια θέματα των αρχαίων ποιητών. Στη Θ. γεννήθηκε επίσης o Ηρακλής. Ιστορία.Σύμφωνα με τα ευρήματα των ανασκαφών, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Θ. ήταν κατοικημένη στη λίθινη εποχή. Τα πρώτα μνημεία είναι της πρώτης εποχής του χαλκού, της λεγόμενης πρωτοελλαδικής εποχής (τέλος της 3ης χιλιετίας). Ο πληθυσμός των χρόνων εκείνων ήταν προελληνικός (ίσως Κάρες) και διώχθηκε από τους Άονες (που πιθανόν ήταν Ίωνες), ένα από τα πρώτα ελληνικά φύλα που έφτασαν στην Ελλάδα το 2000 π.Χ. και ήταν φορείς του μεσοελλαδικού πολιτισμού. Ακολούθησε η τρίτη εποχή του χαλκού, η υστεροελλαδική, που συμπίπτει με τη μεγάλη ακμή της μυκηναϊκής Θ. Φαίνεται ότι στα μέσα της 2ης χιλιετίας άλλοι μετανάστες από τη Μικρά Ασία, οι Αιολείς (που ο Ηρόδοτος τους αναφέρει ως Φοίνικες), έφεραν μαζί τους στοιχεία κρητομυκηναϊκού πολιτισμού. Ο Κάδμος εγκαταστάθηκε στην περιοχή όχι ως ξένος, αλλά ως Έλληνας που επέστρεφε στην πατρίδα του από τη Φοινίκη, όπου υπήρχαν μυκηναϊκοί πληθυσμοί και διέδωσε το αλφάβητο, τα καδμήιαφοινικήια γράμματα. Ο μύθος των Σπαρτών περιγράφει την αντίσταση των παλιών ντόπιων κατοίκων στους νέους επιδρομείς. Στους μυκηναϊκούς χρόνους, η Θ. πρέπει να ήταν πολύ ισχυρή στρατιωτικά και οικονομικά, αφού έμεινε ανέπαφη από την εκστρατεία των πελοποννησιακών πόλεων (των Επτά επί Θήβαις). Παραμένει όμως αναπάντητο το ερώτημα γιατί δεν πήρε μέρος στον πόλεμο της Τροίας, όταν μικρότερες βοιωτικές πόλεις αναφέρονται στον ομηρικό κατάλογο. Όπως δείχνουν οι τάφοι της υπομυκηναϊκής και της γεωμετρικής εποχής, στις πλαγιές της Καδμείας η ζωή στη Θ. δεν πρέπει να σταμάτησε μετά την πτώση των Μυκηναίων βασιλιάδων και την καταστροφή της θηβαϊκής ακρόπολης, τον 11ο αι. π.Χ. Τον 8ο και τον 7o αι. π.Χ. η Θ. κυριαρχούσε σε όλη τη Βοιωτία, ως επικεφαλής των άλλων πόλεων της Βοιωτικής συμμαχίας. Το 570 π.Χ. όμως οι Πλαταιείς, με τη βοήθεια των Αθηναίων, απέκτησαν την ανεξαρτησία τους. Εξαιτίας της εχθρικής της στάσης απέναντι στην Αθήνα, η Θ. ευνόησε τους Πέρσες, όταν εισέβαλαν στην Ελλάδα. Στην πεδιάδα μεταξύ Πλαταιών και Θ. δόθηκε η τελευταία μάχη των Αθηναίων και των συμμάχων εναντίον των Περσών, το 479. Έντεκα ημέρες μετά τη μάχη των Πλαταιών, οι Έλληνες νικητές πολιόρκησαν τη Θ. και τα στρατεύματά τους διαλύθηκαν μόνο όταν παραδόθηκαν σε αυτούς οι μηδίσαντες. Το πολίτευμα της Θ. ήταν ολιγαρχικό, αλλά το 456 π.Χ. η Αθήνα, ύστερα από μια νίκη στα Οινόφυτα, επέβαλε στους Θηβαίους τη δημοκρατία. Οι Θηβαίοι, ηττημένοι και ταπεινωμένοι, ζήτησαν τη συνδρομή των Σπαρτιατών, οι οποίοι έσπευσαν να τους βοηθήσουν. To 477 π.Χ. η θηβαϊκή ολιγαρχία εγκαθιδρύθηκε πάλι και οι βοιωτικές πόλεις αναγκάστηκαν να υποταχθούν στους Θηβαίους. Έτσι, έως το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Σπαρτιάτες είχαν εξασφαλίσει τη συμμαχία της Θ. Όταν το 404 εγκαταστάθηκε η τυραννία των Τριάκοντα στην Αθήνα, ο Θρασύβουλος με άλλους Αθηναίους δημοκρατικούς φυγάδες βρήκαν άσυλο στη Θ. Η επικυριαρχία της Σπάρτης ανάγκασε την Αθήνα και τη Θ. να συμμαχήσουν εναντίον της και το 395 π.Χ., ύστερα από μία νικηφόρα μάχη στην Αλίαρτο, οι Θηβαίοι επανέκτησαν τη δύναμή τους. To 382 π.Χ., όμως, οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την ακρόπολη της Θ. και υποχρέωσαν τους Θηβαίους να υποταχθούν σε αυτούς. Οι Θηβαίοι ελευθερώθηκαν από την υποδούλωση το 379 π.Χ. με τον Πελοπίδα και έως το 362 έζησαν την πιο ένδοξη περίοδο της ιστορίας τους. O Επαμεινώνδας κατόρθωσε να κερδίσει την υπεροχή από τους Σπαρτιάτες, με τη νίκη του στη μάχη των Λεύκτρων, το 371. Ωστόσο, μετά τον θάνατό του στη νικηφόρα μάχη της Μαντινείας, το 362, άρχισε η παρακμή της Θ. H μεγάλη καταστροφή ακολούθησε το 335 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε τη Θ. και την κατέσκαψε, με εξαίρεση μόνο το σπίτι του Πινδάρου. H πόλη ξαναχτίστηκε το 316 π.Χ. από τον Κάσσανδρο και γνώρισε στη συνέχεια σύντομη άνθηση. Δύο φορές ακόμα, το 293 και το 291, υπέστη συμφορές με τις πολιορκίες του Δημήτριου του Πολιορκητή. Επαναστάτησε πολλές φορές και σταδιακά ξέπεσε τόσο ώστε τον 2o αι. μ.Χ., όταν την επισκέφθηκε o περιηγητής Παυσανίας, είχε περιοριστεί από την Κάτω Πόλη στον χώρο της αρχαίας Καδμείας. Από τον 6ο αι. μ.Χ. η Θ. εισήλθε σε νέα περίοδος ακμής. O Ιουστινιανός ανοικοδόμησε τα τείχη για να προστατεύσει την πόλη από τις επιδρομές των Σλάβων. H καλλιέργεια του μεταξιού κατέστησε τη Θ. εμπορικό κέντρο, που έφτασε στο απόγειο της ακμής του τον 8o και τον 9o αι. μ.Χ., με την ανάπτυξη της βιοτεχνίας βαφής υφασμάτων. Από το λιμάνι της Ανθηδόνας στον Ευβοϊκό κόλπο διεξαγόταν το μεγάλο εμπόριο της πορφύρας. Τον 9o αι. ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός όρισε τη Θ. πρωτεύουσα του θέματος Ελλάδας, με έδρα αρχιεπισκόπου και έδρα στρατηγού και πρωτοσπαθάριου. H βιοτεχνική ανάπτυξη συνεχίστηκε όλο τον 11o και τον 12o αι., με την εγκατάσταση Εβραίων και Αρμενίων. Στο τέλος του 12ου αι. έζησε στη Θ. ο επίσκοπος Ιωάννης Καλοκτένης, ο οποίος ίδρυσε στην πόλη εκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα και κατασκεύασε τεχνικά έργα. To πλήγμα ήρθε με την εισβολή των Νορμανδών. Ο Ρογήρος αιχμαλώτισε πολλές γυναίκες, ειδικευμένες τεχνίτριες, και μετέφερε τη μεταξουργία στη Σικελία. Με τη φραγκική κατάκτηση τον 13o αι., η Θ. έγινε έδρα της λατινικής αρχιεπισκοπής και παραχωρήθηκε στους βαρόνους του Σεντομέρ. Επακολούθησε, η καταλανική κατάκτηση το 1331. Η Θ. έγινε πρωτεύουσα του καταλανικού δουκάτου και ορμητήριο των Καταλανών και των Τούρκων. Στη διάρκεια του 14ου αι. γνώρισε και την κυριαρχία των Ατσαγιόλι, που έφτασαν εκεί με προτροπή του πάπα Γρηγορίου ΙΑ’ για να αντιταχθούν στους Τούρκους. Με την τουρκική κατάκτηση το 1456 η ιστορική συνέχεια της Θ. διακόπηκε. Αρχαιολογία – μνημεία. Η σημερινή πόλη της Θ. είναι χτισμένη πάνω στη μυκηναϊκή ακρόπολη, την Καδμεία. Η ακρόπολη, που έχει υψόμετρο 205 μ., σχηματίστηκε από τη συνένωση τεσσάρων υψωμάτων ανάμεσα στους ποταμούς Δίρκη και Ισμηνό. Περιβαλλόταν από κυκλώπειο τείχος, το οποίο σε ορισμένα σημεία είχε πάχος 4 μ. Λείψανα του τείχους σώζονται στην είσοδο της πόλης από τον δρόμο της Χαλκίδας, πίσω από το μουσείο και στη συνοικία Γούρνα. Φαίνεται ότι το τείχος μετασκευάστηκε πολλές φορές και σήμερα είναι ορατά τμήματα ισοδομικού τείχους του 4ου αι. π.Χ. Το μυκηναϊκό τείχος είχε επτά πύλες, στα ίδια σημεία όπου ήταν οι πύλες της κλασικής εποχής. Οι ονομασίες τους είναι γνωστές και η θέση τους έχει καθοριστεί κατά προσέγγιση: ΒορέαιΩγύγιαι στο βόρειο άκρο, κοντά στο μουσείο·ΝήιταιΝηίσται στα Δ (από εκεί άρχιζε o δρόμος προς το Καβείριο, την Ογχηστό και τη Λιβαδειά)·Κρηναίαι στα ΝΔ, μπροστά στη σημερινή κρήνη της Δίρκης στο Παραπόρι·ΎψισταιΟγκαίαι στο νότιο άκρο, στην αρχή της δρόμου προς την Αθήνα·Ηλέκτραι στα ΝΑ, απέναντι από το Ισμήνιον·Ομολοΐδαι στα Α, προς τα νεκροταφεία των Καστελιών·Προιτίδαι στα ΒΑ, στον δρόμο προς τη Χαλκίδα. Σώζονται μόνο οι Ηλέκτρες και τμήμα των Προιτίδων. Το ερώτημα αν αυτές οι πύλες ανήκαν στο τείχος της Καδμείας ή στο τείχος της Κάτω Πόλης αποτέλεσε αντικείμενο μακράς συζήτησης. Από την περιγραφή του Παυσανία και από άλλα ιστορικά δεδομένα προκύπτει ότι πρόκειται για τις πύλες της Καδμείας, που στα χρόνια του δεν ονομαζόταν πια Καδμεία αλλά, όπως η Κάτω Πόλη, Θήβαι. To ανάκτορο, το Καδμείον, θα πρέπει να ήταν πολύ εκτεταμένο και χτισμένο κλιμακωτά, όπως τα μινωικά ανάκτορα. Τα τμήματα που αποκαλύφθηκαν έως τώρα φανερώνουν κτίριο με πολλά δωμάτια, διαδρόμους, αυλές, φωταγωγούς, αποθήκες και εργαστήρια. Οι τοίχοι έχουν μια λοξή κατεύθυνση σε σχέση με τη σημερινή ρυμοτομία. Εξαίρεση παρουσιάζει τμήμα άλλου νεότερου μυκηναϊκού ανακτόρου, που έχει τον ίδιο προσανατολισμό με τα σημερινά σπίτια. Κάτω από τα μυκηναϊκά ανάκτορα υπάρχουν λείψανα παλαιότερου κτιρίου, που, όπως δείχνει η κεραμική, ανήκει στα χρόνια πριν από το 1500 π.Χ., δηλαδή στη μεσοελλαδική εποχή. Ακόμα βαθύτερα ανακαλύφθηκε ένα μεγάλο, καλοχτισμένο οικοδόμημα του τέλους της 3ης χιλιετίας, δηλαδή της πρωτοελλαδικής εποχής. Οι Θηβαίοι σεβάστηκαν το μυκηναϊκό αυτό ανάκτορο για πολλούς αιώνες και στα χρόνια του Παυσανία οι θάλαμοι της Αρμονίας και της Σεμέλης ήταν ανοιχτοί. Η Κάδμου οικία ήταν ενηλύσιον, δηλαδή ένα είδος άβατου. Πίστευαν ότι o θεϊκός κεραυνός που είχε κάψει το παλάτι, είχε πέσει από τον ουρανό μαζί με ένα ξύλινο ομοίωμα του Διονύσου, γι’ αυτό στον χώρο αυτό ίδρυσαν το τέμενος του Διονύσου Καδμείου. Εκεί κοντά ήταν και η Αγορά των κλασικών χρόνων –ίσως εκεί όπου είναι η σημερινή δημοτική αγορά– και άλλα πέντε ιερά που τα αναφέρει ο Παυσανίας: ο ναός του Άμμωνα, το ιωνοσκοπείο του Τειρεσία, το ιερό της Τύχης, το ιερό της Αφροδίτης και το ιερό της Δήμητρας Θεσμοφόρου. Το τελευταίο ταυτίστηκε με ένα μεγάλο ορθογώνιο κτίριο κλασικών χρόνων, χτισμένο ακριβώς πάνω στα ερείπια του πρωτοελλαδικού και μυκηναϊκού ανακτόρου. Η Κάτω Πόλη, που πρωτοονομάστηκε Θήβαι, εκτεινόταν κυρίως στην πεδιάδα, στα Β της Καδμείας, και περιβαλλόταν από πολύ μεγαλύτερο τείχος, το πάχος του οποίου έφτανε τα 3,20 μ. Το κάτω μέρος ήταν χτισμένο από δύο σειρές από μεγάλους πωρόλιθους· το πάνω μέρος ήταν από ωμές πλίνθους που προστατεύονταν από κεραμίδια. Στο νότιο άκρο το τείχος της Κάτω Πόλης συνέπιπτε σε αρκετή έκταση με το τείχος της Καδμείας. Πριν επεκταθεί η πόλη στην πεδιάδα, η περιοχή γύρω από την Καδμεία χρησίμευε ως νεκροταφείο·ανάλογα με την αύξηση του πληθυσμού το τείχος μεγάλωνε και οι τάφοι απομακρύνονταν. Γι’ αυτό είναι δύσκολο να χρονολογηθεί το τείχος. Πάντως, φαίνεται ότι τον 4o αι. π.Χ. υπήρχε· καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε στο τέλος του αιώνα. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι από την Κάτω Πόλη δεν σώζονται παρά τα ιερά: o ναός του Διονύσου Λυσία, ο οίκος του ήρωα Λύκου, μια πολύστυλος στοά με ανδριάντες, η Αγορά των χρόνων των Μακεδόνων, καθώς και τα μνημεία της Σεμέλης, της Αλκμήνης και των Νιοβιδών. Με την ανασκαφική έρευνα εντοπίστηκε το θέατρο του Σύλλα (στον σημερινό συνοικισμό προσφύγων) και βορειότερα μία ολόκληρη συνοικία, με σπίτια και εργαστήρια μάλλον φτωχικά, από τα τελευταία ελληνιστικά χρόνια. To πιο ενδιαφέρον είναι ένα πεντάγωνο φρουριακό συγκρότημα με στρογγυλή δεξαμενή. Το πιο ονομαστό ιερό ήταν του Απόλλωνα Iσμηνίου, στον λόφο Α των Ηλεκτρών πυλών. Η στρωματογραφική έρευνα έδειξε ότι, κατά τη γεωμετρική εποχή, πάνω σε μια μυκηναϊκή νεκρόπολη είχε χτιστεί ένας πρώτος ναός από ξύλα και πλίνθους, που καταστράφηκε από φωτιά περίπου το 700 π.Χ. Ο δεύτερος ναός, δωρικός, χτίστηκε από πωρόλιθο στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. και αναφέρεται με θαυμασμό από τον Πίνδαρο και τον Ηρόδοτο για τα πλούσια αναθήματά του. Ο Παυσανίας είδε εκεί τον δίφρο της Μαντούς, το άγαλμα της Ηνιόχης και της Πύρρας και τον τρίποδα του Ηρακλή με τα καδμήια γράμματα. Στις ανασκαφές βρέθηκαν λίγα αρχιτεκτονικά μέλη και ενεπίγραφα αγγεία του 6ου αι. π.Χ. Τα ερείπια που είναι σήμερα ορατά ανήκουν σε περίπτερο δωρικό ναό του 4ου αι. π.Χ., που φαίνεται ότι έμεινε ημιτελής (διαστάσεις: 46,25 x 22,83 μ.). To λατρευτικό άγαλμα ήταν από ξύλο κέδρου, έργο του Κανάχου, όμοιο με το χάλκινο που είχε κατασκευάσει ο καλλιτέχνης για το ιερό των Βραγχιδών στη Μίλητο. Στην είσοδο του ιερού, σύμφωνα με τον Παυσανία, βρίσκονταν τα αγάλματα της Αθηνάς Προναίας, έργο του Σκόπα, και του Ερμή Προναίου, έργο του Φειδία. Γύρω από την Καδμεία υπάρχουν και άλλοι, ψηλότεροι λόφοι, όπως το Ισμήνιο κατά τη μυκηναϊκή εποχή, που χρησίμευαν για νεκροταφεία: το Άμφιο (ή Αμφείο), όπου είναι ο τύμβος του Ζήθου και του Αμφίωνα, το Κολωνάκι στα Ν, διάτρητο από θαλαμοειδείς τάφους, και τα δύο Καστέλια στα Α, όπου η παράδοση τοποθετεί τους τάφους των ηρώων. Εδώ οι ανασκαφές έδειξαν ότι βρισκόταν το νεκροταφείο, με στοές επικοινωνίας και ευρύχωρους θαλάμους. Μεταξύ Ισμηνίου και Ηλεκτρών πυλών πρέπει να βρίσκονταν το Ηράκλειον γυμνάσιον και το υπαίθριο ιερό του Ηρακλή. Κοντά στο σημερινό νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής τοποθετείται το γυμνάσιο του Ιόλαου και στον δρόμο προς το Τάχυ (τις αρχαίες Ποτνιές) το ιερό του Αμφιαράου. Στη Θ. πρέπει να υπήρχαν και μεγαλοπρεπή ρωμαϊκά οικοδομήματα, αν κρίνει κανείς από ένα Νυμφαίο με αψίδα σε κεντρικό σημείο της πόλης, λουτρό με υπόκαυστα, πάνω ακριβώς από το δωμάτιο του θησαυρού του Καδμείου, καθώς και από πολλά αρχιτεκτονικά κομμάτια που ήταν διασκορπισμένα στην πόλη. Παλαιοχριστιανικά ψηφιδωτά δάπεδα, που ανακαλύφθηκαν στα θεμέλια σπιτιού της οδού Πελοπίδα και στην Αγία Ελεούσα, κιονόκρανα και θωράκια από άγνωστες βασιλικές, χριστιανική κατακόμβη στο Μικρό Καστέλι, επιβεβαιώνουν ότι η πόλη γνώρισε περίοδο ακμής στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Από τις βυζαντινές εκκλησίες δεν διασώζεται καμία. Από τον Άγιο Βασίλειο υπάρχει μόνο η αψίδα του 9ου αι. και από τη Θεοτόκο, ίδρυμα του Καλοκτένη, ελάχιστα λείψανα. Η Αγία Φωτεινή αναστηλώθηκε ολόκληρη σε σχέδιο ναού του 12ου αι. Από την περίοδο της φραγκοκρατίας έμειναν δύο πύργοι: ο ένας, στο νότιο άκρο της πόλης, σώζεται σε μικρό ύψος· ο άλλος, στο βόρειο άκρο, είναι καλοδιατηρημένος και περικλείστηκε μέσα στον περίβολο του μουσείου. Η ονομασία που έχει διατηρήσει ο μητροπολιτικός ναός έως σήμερα, Παναγία της Λότζιας, καθώς και διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη από κτίρια της φραγκοκρατίας σε διάφορα σημεία της πόλης, μαρτυρούν την πληθώρα των μνημείων της εποχής. Στους μεταβυζαντινούς ναούς περιλαμβάνονται αυτοί της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Νικολάου κ.ά. Η κρήνη Δίρκη, στη θέση Παραπόρτι, είναι ένα γραφικό μνημείο της τουρκοκρατίας, χωρίς ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία. Με την ανάπτυξη και την ανοικοδόμηση της Θ. μετά τον τελευταίο πόλεμο (συστηματικές ανασκαφές είχε αρχίσει το 1906 ο Αντώνης Κεραμόπουλλος) πολλά αρχαία ερείπια θάφτηκαν ή καταστράφηκαν στα βαθιά θεμέλια των νέων πολυκατοικιών. Έτσι, ο μεθοδικός έλεγχος των ορυγμάτων για τη θεμελίωση νέων οικοδομών, που άρχισε το 1963 η Αρχαιολογική Υπηρεσία, απέφερε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Σε οικόπεδο της οδού Επαμεινώνδα βρέθηκαν, για πρώτη φορά σε συστηματικά στρώματα, λείψανα πρωτοελλαδικού κτιρίου με άφθονη κεραμική, ενώ εντοπίστηκε τμήμα του μυκηναϊκού ανακτόρου στη γωνία των οδών Πινδάρου και Αντιγόνης, και Θησαυροφυλάκιο, που ανήκει πιθανότατα σε ένα λίγο νεότερο μυκηναϊκό παλάτι. Ο ισχυρός του πέτρινος τοίχος σωζόταν σε ύψος 2,5 μ. Στο ίδιο οικόπεδο, σε βάθος περίπου 6 μ., αποκαλύφθηκε ένα μεγάλο πρωτοελλαδικό κτίριο με αψίδα και, τέλος, πάνω από αυτό και από τα επάλληλα μυκηναϊκά στρώματα υψώνεται, σε ύψος 3,45 μ., το κλασικό οικοδόμημα που ταυτίστηκε με το Θεσμοφορείο. Σε απόσταση 100 μ. ανατολικά, σε οικόπεδο της οδού Πελοπίδα, εντοπίστηκε κτιριακό συγκρότημα μυκηναϊκής εποχής, που πιθανότατα χρησίμευε ως αποθήκη χάλκινων όπλων, ενώ για πρώτη φορά στη Θ. βρέθηκαν πινακίδες της γραμμικής γραφής Β’. Κάτω από το μυκηναϊκό στρώμα αποκαλύφθηκε μεγάλο μεσοελλαδικό νεκροταφείο, από το οποίο ανασκάφτηκαν μόνο 17 κιβωτιόσχημοι τάφοι. Σε άλλα σημεία της πόλης βρέθηκαν μυκηναϊκές αρχαιότητες, τοιχογραφίες και κοσμήματα. Το γεγονός ότι η νέα πόλη έχει χτιστεί ακριβώς πάνω στην παλιά δημιουργεί σοβαρό εμπόδιο στην αρχαιολογική έρευνα. Πρόσθετες δυσκολίες παρουσιάζονται εξαιτίας της μεγάλης επίχωσης· στο κεντρικό Καδμείο η ανασκαφή έφτασε τα 8,30 μ. και άλλα σημεία τα 15 μ. σε βάθος. Παρ’ όλα αυτά οι έρευνες συνεχίζονται με επιτυχία έως σήμερα. Αναγκαστικές είναι συχνά οι ανασκαφές στην πεδιάδα της Θ. για την κατασκευή τεχνικών έργων. Έτσι, σχετικά κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό αποκαλύφθηκε τμήμα της Κάτω Πόλης με το τείχος της, εκτεταμένο νεκροταφείο με πυρές και πίθους στην αερογέφυρα έξω από το Πυρί. Τέχνη.Η τέχνη στη Θ. εμφανίστηκε με την πρωτοελλαδική κεραμική. Πρόκειται για αγγεία με λεπτά τοιχώματα και λαμπρά στιλβωμένη επιφάνεια, που έχουν συχνά απλές διακοσμήσεις από μαύρο ή κόκκινο χρώμα. Ακολούθησαν τα μεσοελλαδικά αγγεία των δύο γνωστών κατηγοριών, τα ολόμαυρα ή γκρίζα μινυακά και τα αμαυρόχρωμα με σχέδια στη φυσική επιφάνεια. Η υστεροελλαδική κεραμική είναι η τυπική όλης της Ελλάδας. Πιο ενδιαφέροντα έργα μυκηναϊκής τέχνης είναι οι τοιχογραφίες, από τις οποίες μόνο ένα μέρος από το πλήθος των μικρών κομματιών έχει μελετηθεί, το οποίο παριστάνει σε φυσικό μέγεθος πομπή γυναικών που κρατούν ιερά σκεύη. Θαυμαστά σε ποικιλία και τέχνη είναι τα κοσμήματα που, όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα, κατασκευάζονταν μέσα στα εργαστήρια των ανακτόρων. Οι χρυσές χάντρες, παρότι έχουν τα γνωστά σχήματα της εποχής, ξεχωρίζουν για την εξαιρετικά λεπτή κοκκιδωτή διακόσμηση. Τα ελεφάντινα αντικείμενα, τα κολωνάκια, τα ανάγλυφα πλακίδια και οι οκτάσχημες ασπίδες, με τα οποία προφανώς κοσμούσαν τα ξύλινα έπιπλα, είναι δουλεμένα με ανώτερη τεχνική από αυτή που συναντάται σε άλλα μυκηναϊκά κέντρα. Ιδιαίτερα αξιόλογο εύρημα είναι o θησαυρός του δεύτερου μυκηναϊκού ανακτόρου: περίπου 40 σφραγιστικοί κύλινδροι από λάπις λαζούλι, πολύτιμη πέτρα από το Αφγανιστάν, με ανάγλυφες παραστάσεις (πάλη ηρώων, ζώων και δαιμόνων, σκηνές λατρείας, θεότητας, ιερά σύμβολα) και πολύστηλες επιγραφές με σφηνοειδή γραφή. Οι παλαιότεροι από τους σφραγιδοκυλίνδρους είναι από την Γ’ πρώιμη δυναστική περίοδο της Μεσοποταμίας και την ακαδική περίοδο των χρόνων 2600-1600 π.Χ. Μια άλλη ομάδα είναι της εποχής των Κασσιτών, που βασίλευσαν τον 14o αι. στη Βαβυλωνία. Άλλη ομάδα είναι των Μιτανί, δυναστείας του 15ου και του 14ου αι. στη βόρεια Μεσοποταμία και στη νότια Συρία. Ένας κύλινδρος είναι των Χετταίων, που άκμασαν τον 14ο αι. στη βόρεια Συρία. Ο καθορισμός της προέλευσης των άλλων είναι προβληματικός· πιθανώς να κατασκευάστηκαν στην Κύπρο ή και στη Θ. Ωστόσο, θεωρείται απίθανο να χρησιμοποιούσαν οι Θηβαίοι τους κυλίνδρους όπου αναγράφονται τα ονόματα των αξιωματούχων της Ανατολής για ατομικές τους σφραγίδες: είτε απέδιδαν σε αυτούς μαγικές ιδιότητες και τους χρησιμοποιούσαν ως φυλακτά είτε, το πιθανότερο, τεμάχιζαν τους κυλίνδρους σε μικρότερα κομμάτια, για να κατασκευάσουν άλλα κοσμήματα. Αυτή η εκδοχή ενισχύεται από την ανεύρεση αδιακόσμητων κυλίνδρων από λάπις λαζούλι και αχάτη και από τα ευρήματα των εργαστηρίων του Καδμείου, όπου φαίνεται ότι χρησιμοποιούσαν την πολύτιμη πέτρα ως πρώτη ύλη. Με βάση τα γεωμετρικά αγγεία που βρέθηκαν σε τάφους της περιοχής, εικάζεται ότι η γεωμετρική εποχή ήταν μια λαμπρή περίοδος στην ιστορία της Θ. Από την εποχή αυτή ξεχωρίζει ένας ταφικός πίθος, με παράσταση ανδρικής μορφής που παίζει φόρμιγγα και χορού γυναικών. Οι πρώτες μυθολογικές παραστάσεις συναντώνται χαραγμένες πάνω στις χάλκινες πόρτες που ονομάστηκαν βοιωτικές, παρότι είναι κοινές ως αφιερώματα σε όλα τα ιερά της Ελλάδας, γιατί μόνο στη Βοιωτία βρέθηκαν τόσο πολλές μέσα σε τάφους. Η γεωμετρική τέχνη διήρκεσε στη Βοιωτία περισσότερο από ό,τι σε άλλα μέρη της Ελλάδας και μάλιστα επέζησε στην τεχνοτροπία των χαρακτηριστικών βοιωτικών κυλίκων. Οι Βοιωτοί ως αγρότες ήταν συντηρητικοί άνθρωποι. Στην τέχνη δεν ακολουθούσαν πάντοτε τα ρεύματα της εποχής. Έτσι και τα αρχαϊκά ειδώλια με το ψηλό κάλυμμα της κεφαλής, τον πόλο, τα αποκαλούμενα παπάδες, επέζησαν έως τον 5o αι. π.Χ. Στα κλασικά χρόνια άνθησε μια τέχνη που επηρεάστηκε από την αττική, όπως δείχνουν τα αναθηματικά και επιτύμβια ανάγλυφα. Σε σύγκριση όμως με αυτή, είχε κάτι το επαρχιώτικο και το τραχύ. Μεγαλύτερη κλίση φαίνεται ότι είχαν οι Θηβαίοι στη ζωγραφική, αν κρίνουμε από τις εγχάρακτες στήλες από μαύρο μάρμαρο, οι οποίες θα ήταν εντυπωσιακότερες, αν διασώζονταν τα χρώματά τους. Στις στήλες αυτές αναγράφονται τα ονόματα των νεκρών (Μνάσων, Ρύγχων, Σαυγένης) που έπεσαν στη μάχη του Δηλίου το 424. Τα λιγοστά μνημεία που διασώζονται από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια μαρτυρούν τον πλούτο της Θ. την περίοδο αυτή καθώς και τη ζωντάνια της τέχνης· πρόκειται για τα μαρμάρινα θωράκια με τα ανάγλυφα πουλιά και τα πλούσια φυτικά κοσμήματα καθώς και για ένα ψηφιδωτό δάπεδο με προσωποποιήσεις των μηνών. Καμία τοιχογραφία, ούτε κάποια αξιόλογη εικόνα, διασώθηκε από την ένδοξη βυζαντινή εποχή της Θ. Μουσείο.Στο αρχαιολογικό μουσείο της Θ., εκτός από τα αρχαιολογικά ευρήματα της πόλης, έχουν συγκεντρωθεί μνημεία από όλη τη Βοιωτία: πήλινες μυκηναϊκές σαρκοφάγοι με ζωγραφιστές παραστάσεις από την περιοχή της Τανάγρας, κτερίσματα μυκηναϊκών τάφων της Καλλιθέας, διάφορα ευρήματα από τη μυκηναϊκή ακρόπολη του Γκλα, προτομή του 7ου αι. π.Χ. από τη Λιάτανη, αρχαϊκοί Κούροι από το ιερό του Απόλλωνα Πτώου, αγάλματα και αγγεία από την Εύτρηση, ανάγλυφα και αγγεία από τις Θεσπιές, αγγεία και ειδώλια από τη Ριτσώνα (αρχαία Μυκαλησσός) και από τις Αλές της Λοκρίδας, χάλκινα αντικείμενα από την πυρά του Ηρακλέους στην Οίτη και ελληνορωμαϊκά αγάλματα από την Αυλίδα. Στον περίβολο του μουσείου βρίσκονται γλυπτά με μικρότερη αξία καθώς και μία αξιόλογη συλλογή από βοιωτικές επιγραφές. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θήβας είναι συγκεντρωμένα θηβαϊκά ευρήματα, αλλά και μνημεία από ολόκληρη τη Βοιωτία. Στη φωτογραφία, γλυπτά στον περίβολό του. Η τέχνη στη Θήβα άρχισε με τα αγγεία της πρωτοελλαδικής κεραμικής. Στη φωτογραφία, αρύβαλλος του 7ου αι. π.Χ. (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο). Ο ναός του Αγίου Δημητρίου στη Θήβα. Στη Θήβα, τον 5ο αι. π.Χ., μέσα στο τετράγωνο χαρασσόταν ένας αμφορέας, και αργότερα ο Ηρακλής βρέφος που παλεύει με τα φίδια. Στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., στα νομίσματα της Θήβας χαρασσόταν το κεφάλι του Διόνυσου. Η βοιωτική ασπίδα παρέμεινε στα νομίσματα έως τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Μετά τον 4o αι. στα νομίσματα καταγράφονταν ονόματα αρχόντων. Από τις επτά πύλες που είχε το μυκηναϊκό τείχος της Θήβας, στα ίδια σημεία όπου βρίσκονταν και οι πύλες της κλασικής εποχής, σήμερα σώζονται μόνο οι «Ηλέκτραι», στα ΝΑ, προς τις Πλαταιές, απέναντι από το Ισμήνιον (φωτ. Α. Καββαδία). Λείψανα του Καδμείου των Θηβών (φωτ. Α. Καββαδία). Άποψη της Θήβας στον νομό Βοιωτίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Θήβα — Θήβᾱ , Θήβη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θήβᾳ — Θήβᾱͅ , Θήβη fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θήβα — Sp Tėbai Ap Θήβαι/Thēbai sen. graikų kalba Ap Θήβα/Thiva graikiškai L sen. gr. polis, dab. mst. C Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Θήβα — η πόλη της Βοιωτίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Επαμεινώνδας — (Θήβα 415; – Μαντίνεια 362 π.Χ.). Στρατηγός και πολιτικός. Γιος του Πολύμνιδα, υπήρξε μαζί με τον Πελοπίδα ο πρωτεργάτης της ανόδου και της κυριαρχίας της Θήβας στην Ελλάδα κατά το α’ μισό του 4ου αι. π.Χ. Απέκτησε ευρύτατη μόρφωση και υπήρξε… …   Dictionary of Greek

  • Θηβαγενῆ — Θηβᾱγενῆ , Θηβαγενής sprung from Thebes neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) Θηβᾱγενῆ , Θηβαγενής sprung from Thebes masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) Θηβᾱγενῆ , Θηβαγενής sprung from Thebes masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηβαγενεῖς — Θηβᾱγενεῖς , Θηβαγενής sprung from Thebes masc/fem acc pl Θηβᾱγενεῖς , Θηβαγενής sprung from Thebes masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θήβας — Θήβᾱς , Θήβη fem gen sg (doric aeolic) Θήβᾱς , Θῆβαι to Thebes fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρυζάκης, Θεόδωρος — (Θήβα 1814 – Μόναχο 1878). Ζωγράφος. Μεγάλωσε στο Καποδιστριακό ορφανοτροφείο της Αίγινας μετά τον απαγχονισμό του πατέρα του από τους Τούρκους κατά την Επανάσταση του 1821. Φοίτησε στο Σχολείο των Τεχνών (τη μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) …   Dictionary of Greek

  • Καραμαγγιώλης, Μενέλαος — (Θήβα 1962 –). Σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Σπούδασε στο κλασικό λύκειο Αναβρύτων και στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε στον κινηματογράφο και σε θεατρικές παραγωγές ως βοηθός σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ασχολήθηκε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”